Η λογική υποτίθεται ότι μας προστατεύει από λάθη. Μερικές φορές, όμως, μας προστατεύει και από τη ζωή που θα μπορούσαμε να έχουμε.
Υπάρχει μια λέξη που συναντάς σχεδόν σε κάθε βιβλίο αυτοβελτίωσης, σε κάθε σεμινάριο διαχείρισης στόχων, σε κάθε συνεδρία καθοδήγησης με αξιώσεις επιστημονικής νομιμοποίησης: «εφικτός».
Ο στόχος σου πρέπει να είναι εφικτός — ή στην αγγλική εκδοχή, Realistic — λέει η μέθοδος SMART — μα αφού το λέει κι η μέθοδος, τι να συζητάμε;
Ας το συζητήσουμε όμως. Γιατί πίσω από αυτή την εκ πρώτης όψεως αδιαμφισβήτητη απαίτηση κρύβεται μια αντίληψη που, αν δεν την εξετάσεις προσεκτικά, μπορεί να αποδειχτεί όχι απλώς ανεπαρκής αλλά ενεργά αποτρεπτική.
Μπορεί να σε εμποδίσει να θέσεις ακριβώς εκείνους τους στόχους που έχουν νόημα.
Η μέθοδος και η παγίδα της
Η μέθοδος SMART — Συγκεκριμένος, Μετρήσιμος, Εφικτός, Ρεαλιστικός, Χρονικά προσδιορισμένος — είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Δεν υπάρχει λόγος να το αρνηθούμε.
Το να ξέρεις τι ακριβώς θέλεις, πότε θέλεις να το πετύχεις, και πώς θα ξέρεις ότι το πέτυχες, έχει πρακτική αξία. Δίνει δομή στην πρόθεση και μετατρέπει τον αόριστο πόθο σε σχέδιο.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη μέθοδο καθεαυτή. Βρίσκεται στο τι εννοούμε όταν λέμε «εφικτός», και κυρίως, ποιος ορίζει αν κάτι είναι εφικτό ή όχι, πότε γίνεται αυτός ο ορισμός, και με βάση ποια δεδομένα.
Γιατί όταν αρχίζεις να σκάβεις κάτω από την επιφάνεια αυτής της φαινομενικά αθώας λέξης, ανακαλύπτεις ότι η «εφικτότητα» δεν είναι αντικειμενική ιδιότητα του στόχου.
Είναι υποκειμενική κρίση — και μάλιστα κρίση που γίνεται πάντα από ανθρώπους με περιορισμένη πληροφορία, κάτω από τη βαρύτητα της τρέχουσας κατάστασής τους.
Κι αυτό αλλάζει τα πάντα.
Κανένας στόχος δεν είναι εφικτός εκ των προτέρων
Εδώ έγκειται η θεμελιώδης αντίφαση: αν ένας στόχος ήταν εξαρχής «εφικτός» — δηλαδή βέβαιος, αναμενόμενος, ήδη στο πεδίο του γνωστού και του ελεγχόμενου — τότε δεν είναι στόχος. Είναι ρουτίνα. Είναι διαδικασία. Είναι κάτι που ήδη κάνεις ή που μπορείς να κάνεις χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
Ο στόχος εξ ορισμού κατοικεί εκεί που δεν έχεις ακόμα φτάσει. Είναι η εικόνα ενός μέλλοντος που δεν έχει ακόμα αποδειχτεί εφικτό — ούτε για σένα, ούτε ίσως για κανέναν άλλο.
Αν απαιτούσες να αποδείξεις πρώτα ότι είναι εφικτό και μετά να το θέσεις ως στόχο, θα έθετες στόχους μόνο για πράγματα που έχουν ήδη κατά κάποιον τρόπο συμβεί — σε σένα ή σε κάποιον παρόμοιο. Αυτό δεν είναι στοχοθεσία. Αυτό είναι αντιγραφή, ή στην καλύτερη περίπτωση βελτιστοποίηση.
Υπάρχει ένα παράδοξο που σπάνια αναγνωρίζεται ανοιχτά: αν κάτι είναι ήδη αποδεδειγμένα εφικτό, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη βούληση για να το επιδιώξεις.
Κι αν δεν χρειάζεται βούληση, δεν χρειάζεται ούτε στοχοθεσία. Η στοχοθεσία έχει νόημα ακριβώς εκεί όπου η έκβαση είναι αβέβαιη — εκεί δηλαδή που, κατά τη μέθοδο, δεν υπάρχει λόγος να μπούμε στον κόπο.
Ο άνθρωπος που μόλις χώρισε
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη ζωή — όχι από διαχειριστικές θεωρίες και εταιρικά σεμινάρια.
Κάποιος μόλις βγήκε από μια σχέση. Νιώθει ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια του έχει καταρρεύσει. Αμφιβάλλει για τον εαυτό του, για τις επιλογές του, για την ικανότητά του να δημιουργήσει κάτι σταθερό.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση, αν του πεις «θέσε ως στόχο μια νέα, υγιή, ευτυχισμένη σχέση», και μετά τον ρωτήσεις «είναι εφικτός αυτός ο στόχος;», η απάντηση — με βάση τα τρέχοντα δεδομένα και τα τρέχοντα συναισθήματα — είναι σχεδόν αναγκαστικά «όχι».
Γιατί; Γιατί έχει μπροστά του το ζωντανό παράδειγμα της αποτυχίας. Γιατί η τελευταία του εμπειρία δεν επιβεβαιώνει αλλά διαψεύδει.
Γιατί η αυτοεικόνα του τη δεδομένη στιγμή δεν είναι αυτή κάποιου που μπορεί να πετύχει σε μια σχέση. Κι αν εφαρμόσει πιστά το κριτήριο της εφικτότητας — αν δηλαδή εξετάσει «ρεαλιστικά» αν ο στόχος είναι εφικτός — κινδυνεύει να βγάλει το συμπέρασμα ότι δεν είναι, και να μην τον βάλει καν.
Κι ύστερα αυτό το συμπέρασμα θα γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όχι γιατί ο στόχος ήταν πράγματι ανέφικτος, αλλά γιατί δεν τέθηκε ποτέ.
Εδώ δεν αποτυγχάνει ο άνθρωπος. Αποτυγχάνει η μέθοδος. Και πιο συγκεκριμένα: αποτυγχάνει η εφαρμογή ενός εργαλείου σε ένα πλαίσιο για το οποίο δεν σχεδιάστηκε — το πλαίσιο της ανθρώπινης αβεβαιότητας, του συναισθηματικού πόνου, και της ριζικά απρόβλεπτης φύσης της ανθρώπινης εμπειρίας.
Το παρελθόν δεν προδιαγράφει το μέλλον
Υπάρχει μια βαθύτερη φιλοσοφική παραδοχή που κρύβεται πίσω από το κριτήριο της εφικτότητας: ότι το μέλλον είναι προέκταση του παρελθόντος.
Ότι αυτό που δεν έχει συμβεί ακόμα μπορεί να εκτιμηθεί με βάση αυτό που έχει ήδη συμβεί. Ότι η εμπειρία είναι ο καλύτερος — ή μοναδικός — οδηγός για το τι είναι δυνατό.
Αυτή η παραδοχή έχει κάποια αξία. Δεν είναι εντελώς λανθασμένη. Αλλά είναι θεμελιωδώς ελλιπής.
Το παρελθόν μπορεί να μας πει τι έχει ήδη συμβεί. Δεν μπορεί να μας πει τι μπορεί να συμβεί. Και η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα δύο είναι ακριβώς εκεί που ζει κάθε πρόοδος, κάθε ανακάλυψη, κάθε μετασχηματισμός — προσωπικός, επιστημονικός, κοινωνικός.
Αν η ανθρωπότητα αξιολογούσε πάντα τους στόχους με βάση το τι είχε ήδη επιτευχθεί, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να επιχειρηθεί τίποτα πρωτόγνωρο.
Κάθε πρώτη φορά — η πρώτη πτήση, η πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς, η πρώτη απελευθέρωση από μια τυραννία — ήταν εκ των προτέρων «ανέφικτη». Με τα δεδομένα της εποχής, με τα μέτρα της εποχής, με την εκλογίκευση της εποχής.
Ο ασθενής που δεν έπρεπε να ελπίζει
Πάμε ένα βήμα παραπέρα, στον ιατρικό τομέα, εκεί όπου τα παραδείγματα γίνονται πιο οξυμένα και οι συνέπειες πιο βαριές.
Υπάρχουν ασθένειες για τις οποίες το ιστορικό είναι κατηγορηματικό: όλοι οι προηγούμενοι ασθενείς με αυτή τη διάγνωση δεν επέζησαν. Με αυστηρά εφαρμοσμένη λογική εφικτότητας, ο στόχος της ανάρρωσης δεν είναι «εφικτός». Η εκλογίκευση λέει: μην επενδύεις συναισθηματικά και πρακτικά σε αυτό που δεν έχει προηγούμενο. Ετοιμάσου για το αναπόφευκτο.
Όμως η ιστορία της ιατρικής είναι γεμάτη από ανθρώπους που επέζησαν από ό,τι θεωρούνταν θανατηφόρο, από θεραπείες που ανακαλύφθηκαν γιατί κάποιος αρνήθηκε να δεχτεί ότι δεν υπάρχει λύση, από ασθενείς που η «ανέφικτη» βελτίωσή τους άνοιξε νέα ερευνητικά μονοπάτια.
Κι αυτό δεν συνέβη επειδή κάποιος κάθισε και υπολόγισε ψύχραιμα εφικτότητα. Συνέβη επειδή κάποιος — ασθενής, συγγενής, γιατρός, ερευνητής — αρνήθηκε να αποδεχτεί ότι το μέλλον ορίζεται αποκλειστικά από το παρελθόν.
Δεν μιλάμε για αφέλεια. Δεν μιλάμε για άρνηση της πραγματικότητας. Μιλάμε για κάτι διαφορετικό: την άρνηση να ταυτιστεί το «δεν έχει συμβεί» με το «δεν μπορεί να συμβεί».
Η εφικτότητα ως φίλτρο φόβου
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που σπάνια αναφέρεται ανοιχτά: η «εφικτότητα» χρησιμοποιείται συχνά ως ορθολογική μεταμφίεση του φόβου.
Όταν λέμε «αυτός ο στόχος δεν είναι εφικτός», δεν κάνουμε πάντα μια ψύχραιμη ανάλυση. Πολλές φορές εκφράζουμε έναν φόβο: το φόβο της αποτυχίας, το φόβο της απογοήτευσης, το φόβο του να επενδύσουμε σε κάτι που μπορεί να μην υλοποιηθεί. Και το ντύνουμε με τη γλώσσα της λογικής, γιατί η λογική ακούγεται πιο αξιοπρεπής από την παραδοχή ότι φοβόμαστε.
Η μέθοδος τότε γίνεται συνένοχος σε αυτή την αυτοεξαπάτηση. Μας δίνει ένα ευπρεπές πρόσχημα για να μην επιχειρήσουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. «Δεν είναι εφικτό» είναι πολύ πιο εύκολο να πεις — και να ακούς — από το «φοβάμαι να το δοκιμάσω».
Έτσι το κριτήριο της εφικτότητας, αντί να μας προστατεύει από ανόητες επενδύσεις, μας προστατεύει από τη δυσκολία της αληθινής προσπάθειας. Κι αυτή είναι μια πολύ διαφορετική — και πολύ πιο επικίνδυνη — λειτουργία.
Το πλαίσιο των πιθανοτήτων που χάνεται
Το θεμελιώδες σφάλμα της απόλυτης εφαρμογής του κριτηρίου «εφικτός» είναι ότι συγχέει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα: αυτό που έχει ήδη αποδειχτεί δυνατό και αυτό που είναι πράγματι δυνατό.
Η εφικτότητα δεν είναι αντικειμενική ιδιότητα του στόχου. Είναι εκτίμηση — και μάλιστα εκτίμηση που κάνουμε με ελλιπή δεδομένα, με τη δική μας περιορισμένη εμπειρία, κάτω από τη βαρύτητα των συναισθημάτων της στιγμής.
Όταν ο άνθρωπος που μόλις χώρισε κρίνει αν είναι εφικτή μια νέα σχέση, δεν κρίνει αντικειμενικά. Κρίνει μέσα από τον πόνο του, μέσα από τη φθαρμένη αυτοεικόνα του, μέσα από το στενό τούνελ της πρόσφατης εμπειρίας του.
Κι όταν επιβάλλουμε το κριτήριο της λογικής εκλογίκευσης σε μια στιγμή συναισθηματικής ή υπαρξιακής φόρτισης, δεν βοηθάμε τον άνθρωπο να σκεφτεί καθαρά. Του αφαιρούμε το πλαίσιο των πιθανοτήτων. Τον κλείνουμε σε έναν ορίζοντα που ορίζεται από τον πόνο και τη στέρηση του παρόντος, αντί να τον ανοίγουμε στο ευρύτερο πεδίο του δυνατού.
Του κόβουμε τη φαντασία ακριβώς εκεί που τη χρειάζεται πιο πολύ.
Τι λείπει: η επιθυμία ως δύναμη, όχι ως αδυναμία
Αυτό που απουσιάζει συστηματικά από τις μεθόδους στοχοθεσίας είναι η αναγνώριση ότι η επιθυμία δεν είναι εχθρός της λογικής. Είναι η προϋπόθεσή της.
Χωρίς τη διάθεση να κινηθείς προς κάτι που δεν ξέρεις αν είναι εφικτό, δεν τίθεται καν το ζήτημα της μεθόδου. Η μέθοδος έρχεται μετά — για να οργανώσει, να δομήσει, να κατευθύνει. Αλλά η αρχή δεν είναι η μέθοδος. Η αρχή είναι η επιθυμία για κάτι που δεν υπάρχει ακόμα, και η προθυμία να το επιδιώξεις παρά την αβεβαιότητα.
Αυτή η προθυμία δεν είναι αφέλεια. Είναι θάρρος. Και το θάρρος δεν είναι η απουσία γνώσης για τους κινδύνους — είναι η επιλογή να προχωράς παρά τη γνώση τους.
Ο στόχος που αξίζει τον κόπο είναι πάντα λίγο «ανέφικτος» — με την έννοια ότι δεν είναι εγγυημένος, ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ των προτέρων, ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα να μην υλοποιηθεί.
Κι αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στο παρόν και στο επιθυμητό μέλλον είναι αυτό που ονομάζουμε κίνητρο. Αφαίρεσε την απόσταση και αφαίρεσες το κίνητρο. Εξάλειψε την αβεβαιότητα και εξάλειψες και τον λόγο να προσπαθήσεις.
Μια διαφορετική ερώτηση
Η καλή στοχοθεσία δεν ρωτά «είναι αυτό εφικτό;». Αυτή η ερώτηση οδηγεί σε αδιέξοδο, γιατί η απάντηση — πριν από κάθε προσπάθεια — είναι πάντα αβέβαιη, και συχνά αρνητική.
Ρωτά κάτι άλλο: «αξίζει αυτό να το επιδιώξω;». «Ποιος θέλω να γίνω αν κυνηγήσω αυτόν τον στόχο, ανεξάρτητα από το αν τον πετύχω;». «Τι χάνω αν δεν δοκιμάσω;».
Αυτές είναι πολύ διαφορετικές — και πολύ πιο ανθρώπινες — ερωτήσεις. Δεν αγνοούν την πραγματικότητα. Αλλά δεν αφήνουν την πραγματικότητα του παρόντος να ορίσει οριστικά τις δυνατότητες του μέλλοντος.
Γιατί το εφικτό ορίζεται εκ των υστέρων. Πάντα. Κι αυτοί που το κατάλαβαν νωρίς — πριν τους το αποδείξει κανείς — είναι ακριβώς αυτοί που άλλαξαν κάτι: στη ζωή τους, στη ζωή των άλλων, στον κόσμο.
---
Ο Άρης Νότης είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΕΞΙΑ. Με εξειδίκευση στην υπνοθεραπεία και τον νευρογλωσσικό προγραμματισμό, προσεγγίζει θέματα προσωπικής ανάπτυξης, ενώ παράλληλα παρουσιάζει συνεντεύξεις και ποικίλη ύλη που εμπνέει και ενημερώνει. Για συνεντεύξεις, συνεργασία ή σχόλια: arionasorama@gmail.com.png)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου